Είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική


Βάρος απόδειξης και παρεμφερείς έννοιες[1] -Θεωρητική τεκμηρίωση της αναγκαιότητας αυτοτέλειας του βάρους απόδειξης στην πολιτική δίκη- Aπόστολος Άνθιμος MLE - Δικηγόρος Εισαγωγή Σε ένα σύντομο άρθρο - σχόλιο πριν από οκτώ χρόνια περίπου, ο καθηγητής Μπέης σημείωνε ότι "παρόλες τις διεξοδικές αναπτύξεις της διδασκαλίας, η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων επιδείχνει αξιοπερίεργη αποστροφή προς τον θεσμό των αποφάσεων, των οποίων η αποδεικτική βάση εξαντλείται στη λειτουργία του αντικειμενικού βάρους απόδειξης Σε καμμιά περίπτωση δεν εκδίδει απόφαση, με την οποία να εφαρμόζει τους κανόνες Και λίγο πιο κάτω διαπίστωνε πως "στο χώρο των ιδιωτικών διαφορών δε μπορεί να βρει κανείς στα νομικά περιοδικά και στις συλλογές της νομολογίας ούτε μια απόφαση είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική πολιτικού δικαστηρίου που εξαιτίας αμφιβολίας να εφαρμόζει τους κανόνες για το αντικειμενικό βάρος απόδειξης.

Οι δικαστές μας βεβαιώνουν πάντα ότι το διατακτικό της απόφασής τους στηρίζεται σε πλήρη απόδειξη, ακόμη και όταν είναι πρόδηλο ότι οι συγκεκριμένες πραγματικές διαπιστώσεις δεν μπορούν παρά να στηρίζονται σε απλή μόνο πιθανολόγηση[2].

Με αρκετή πικρία διαπιστώνεται πως η κατάσταση παραμένει μέχρι σήμερα αναλλοίωτη. Διερωτάται κανείς, αν η έννοια του βάρους απόδειξης άξιζε μιας τέτοιας περιφρόνησης.

Ψυχογενής ή Νευρογενής Ανορεξία (Anorexia Nervosa)

Η εξώθησή της στο περιθώριο εγείρει συνειρμικά ζήτημα υπαρξιακής σκοπιμότητας. Αν όντως δε μας χρειάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, τότε γιατί δεν προχωρούμε στην κατάργησή του; Είναι αλήθεια, ότι η ελληνική δικαστηριακή πρακτική δεν αποτολμά το μεγάλο - αλλά ίσως μετέωρο, και για αυτό ριψοκίνδυνο - βήμα από την εκτίμηση των αποδείξεων στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης.

Η στάση αυτή όμως έχει οδηγήσει σε εννοιολογική σύγχυση. Εκτίμηση των αποδείξεων, μέτρο απόδειξης και βάρος απόδειξης, έχουν αναμειχθεί, παράγοντας ένα συνονθύλευμα, που εμπλέκει ανόμοια πράγματα.

Χαρακτηρίζεται από άρνηση του ατόμου να διατηρήσει ένα ελάχιστο φυσιολογικό για την ηλικία του σωματικό βάρος, από ακραίες μεθόδους ελέγχου του βάρους, από ιδιαίτερα αυστηρούς διατροφικούς περιορισμούς και έντονο φόβο μήπως το άτομο γίνει παχύ.

Στην αποσαφήνιση της έννοιας του βάρους απόδειξης, τη σπουδαιότητα της αποστολής του στην πολιτική δίκη, καθώς και στη είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική του από παρεμφερείς έννοιες, στοχεύει να συμβάλλει η μελέτη που ακολουθεί.

Eννοια, ρόλος και λειτουργία του βάρους απόδειξης Κάτω από την παντοδυναμία του συζητητικού συστήματος στην πολιτική δίκη, οι διάδικοι καλούνται να συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση, εξελικτική πορεία και τελική έκβασή της.

Εντός του πλαισίου δράσης τους, υπάγεται κύρια η υποβολή των ισχυρισμών που κατατείνουν στην ικανοποίηση των προβαλλόμενων αιτημάτων τους. Η αποτελεσματικότητα ενός ισχυρισμού συναρτάται όμως άμεσα με μπορεί σούπερ παχύσαρκοι να χάσουν βάρος αποδειξιμότητά του.

Στο στίβο της ακροαματικής τακτικής διαδικασίας, οι διάδικοι καλούνται να περιβάλλουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους με αυτό που θεωρία και νομολογία αποκαλούν πλήρη αποδεικτική ισχύ. Εδώ εντοπίζεται το πρώτο προβληματικό σημείο, το ποιος δηλαδή καλείται να αποδείξει.

Η επίτευξη του παραπάνω στόχου δεν ευδοκιμεί όμως πάντοτε. Η μετουσίωση των πραγματικών ισχυρισμών σε νομικά γεγονότα, γεγονότα δηλαδή που ενδιαφέρουν το δίκαιο και εντάσσονται στους κανόνες δικαίου[3], προϋποθέτουν μια οντολογική κρίση από τον δικάζοντα δικαστή: Τη διαπίστωση συνδρομής του επικαλούμενου πραγματικού περιστατικού[4].

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το δεύτερο σημείο, όπου επεμβαίνει το βάρος απόδειξης. Συγκεκριμένα, δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο, πως η επίκληση συνεπιφέρει και απόδειξη. Σε πολλές περιπτώσεις ο δικαστής δυσκολεύεται να χαρακτηρίσει έναν ισχυρισμό ως αποδεδειγμένο. Συνακόλουθα, καθίσταται δυσχερής και η έκδοση απόφασης, αφού το προσκομιζόμενο υλικό δεν του διασφαλίζει άμεμπτη κρίση[5]. Ο τελευταίος όμως υποχρεώνεται στο σύγχρονο δικονομικό σύστημα σε έκδοση απόφασης επί της ουσίας[6], από τη στιγμή που δεν τέθηκαν ζητήματα απαραδέκτου[7].

Την όντως δυσχερή αποστολή του εφαρμοστή του δικαίου έρχονται να διευκολύνουν οι κανόνες του βάρους απόδειξης, απαλλάσσοντάς τον από το αδιέξοδο του non liquet, και οδηγώντας τον σε έκδοση απόφασης με επίκληση των κανόνων κατανομής[8]. Με τον τρόπο αυτό διανοίγεται είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική τρίτος δρόμος για τον δικαστή, που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλ. Η λύση που δίδεται ασφαλώς δεν είναι ιδανική, από τη στιγμή που δεν παρέχει πάντοτε τα εχέγγυα ουσιαστικής ορθότητας της απόφασης[10], παραμένει όμως η καλύτερη δυνατή, σε σύγκριση με την επαπειλούμενη αρνησιδικία[11].

H επέμβαση των κανόνων βάρους απόδειξης είναι θεμιτή, μόνον αναφορικά με την ύπαρξη αμφιβολιών του δικαστή ως προς πραγματικά γεγονότα[12].

Αντίθετα, όταν οι αμφιβολίες σχετίζονται με το αληθινό νόημα ενός νόμου, ή με προϋποθέσεις που απαιτούν αξιολογικές κρίσεις, δηλαδή με νομικά ζητήματα, τότε είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική για προβλήματα που ο δικαστής καλείται να επιλύσει με τη βοήθεια της ερμηνείας του δικαίου[13]. Με ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται να προσεγγιστεί το εξαιρετικής λεπτότητας ζήτημα της λειτουργίας των κανόνων βάρους απόδειξης.

Η αποστολή τους δεν είναι διακριβωτική, με άλλα λόγια δεν συντελούν στην αποκατάσταση της πραγματικότητας, επειδή απλούστατα δεν είναι σε θέση να αναπαραστήσουν τα αληθινά πραγματικά περιστατικά. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε μαγικές ιδιότητες.

Μέσα από τη νομοτυπική μορφή των κανόνων αυτών, διατρανώνεται η αδυναμία του δικαστή να διαπιστώσει την αληθινή κατάσταση[14], ενώ παράλληλα επιχειρείται η υπέρβαση του αποδεικτικού αδιεξόδου, με την αναζήτηση της προσφορότερης λύσης για την εκάστοτε κρινόμενη διαφορά[15].

Το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται η παραπάνω υπέρβαση, εντοπίζεται στη δυνατότητα του δικαστή να δέχεται πλασματικά τα αναπόδεικτα πραγματικά περιστατικά είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική αληθινά ή ψευδή. Η πλασματική λειτουργία των κανόνων του βάρους απόδειξης δεν εκτείνεται ωστόσο πέρα από τα πλαίσια της δίκης.

Εχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα[16]. Η δομή της απόφασης που θα εκδοθεί, θα απαρτίζεται από δύο σκέλη: Aπό το μη αποδεδειγμένο στοιχείο του πραγματικού, και από τον κανόνα βάρους απόδειξης, που προκρίνει πλασματικά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αναπόδεικτου στοιχείου του πραγματικού[17].

Τονίζεται ότι η απόφαση που εκδίδεται με βάση τους κανόνες βάρους απόδειξης συνιστά το έσχατο μέσο, την ultima ratio του δικαστή, όταν έχουν πλέον εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες διαπίστωσης της πραγματικής κατάστασης[18].

Ετσι, το βάρος απόδειξης λειτουργεί θετικά υπέρ του ενός, αρνητικά υπέρ του άλλου διαδίκου, και επιβοηθητικά για τον δικαστή[19].

260 κιλά χρειάζεται να χάσουν βάρος παντρεμένο ζευγάρι χάσουν βάρος μαζί

Ο έλληνας δικονομικός νομοθέτης, παρά τις εγγενείς δυσχέρειες οριοθέτησης της έννοιας, προχώρησε σε διατύπωση θετικής διάταξης στο άρθρο § 1 ΚΠολΔ, με βάση την οποία "κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του". Η επιλογή αυτή, αν και εκ πρώτης όψεως εμφανίζει το πλεονέκτημα, ότι δεν εγκατέλειψε την διαμόρφωση της έννοιας στο έλεος της θεωρίας, αλλά πρόσφερε ένα θετικό έρεισμα, αρωγό στον εφαρμοστή του Δικαίου, εντούτοις δε μπορεί να αποσυνδεθεί και από ένα σύμφυτο μειονέκτημα: Είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική από τα πράγματα το απόσταγμα μιας συγκεκριμένης θεωρητικής επεξεργασίας, στοιχείο που καθιστά με μια πρώτη ματιά τη διάταξη άκαμπτη απέναντι στην αναπόδραστη εξέλιξη του δικαίου.

Εκτός από τη βασική αρχή, υπάρχουν στον ΚΠολΔ διάσπαρτες διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικά την κατανομή του βάρους απόδειξης, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του βασικού κανόνα[20].

Κλείνοντας το πρώτο κεφάλαιο, καταλήγουμε στο να προσδιορίσουμε τη λειτουργία του βάρους απόδειξης διττά: Ως καθήκον ενός διαδίκου να αποδείξει είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική προτεινόμενους ισχυρισμούς του, προκειμένου είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός του, που δεν είναι άλλος από την ευόδωση του εκάστοτε αγωγικού αιτήματός, και ως μέσο υπέρβασης του non liquet, που οδηγεί το δικαστή σε έκδοση απόφασης εκ του ασφαλούς.

Υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξης Υποδηλώθηκε ήδη στο πρώτο κεφάλαιο η διπλή σημασία και λειτουργία που επιτελεί το βάρος απόδειξης. Στην επιστήμη, η διάκριση αυτή είναι γνωστή ως υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξης[21]. Επιγραμματικά, το υποκειμενικό βάρος απόδειξης συμπυκνώνεται στο ερώτημα, ποιος βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών[22] βάρος προς απόδειξηενώ το αντικειμενικό στο ερώτημα, ποιος ζημιώνεται από την αδυναμία απόδειξης των κρίσιμων ισχυρισμών, από την κατάσταση δηλαδή του non liquet βάρος μη απόδειξης [23].

Ισχύς της διάκρισης στο συζητητικό σύστημα Επικρατεί η άποψη, που δέχεται, ότι το υποκειμενικό βάρος απόδειξης βαρύνει εκείνον που επιδιώκει την ικανοποίηση απαίτησής του, ενώ το αντικειμενικό εκείνον που δεν κατόρθωσε να αποδείξει τους ευνοϊκούς γι' αυτόν ισχυρισμούς[24].

Τύποι[ Επεξεργασία επεξεργασία κώδικα ] Τα συμπτώματα μπορεί να είναι εν συντομία οξέα ή πιο παρατεταμένα, χρόνια ή υποτροπιάζοντα ή υφέσιμα. Υπάρχουν επίσης ασυμπτωματικές συνθήκες π. Δομικά ή γενικά συμπτώματα είναι αυτά που σχετίζονται με τις συστημικές αλλαγές μιας ασθένειας π. Επηρεάζουν όλο το σώμα αντί για συγκεκριμένο όργανο ή θέση. Οι όροι "κύριο σύμπτωμα chief complaint ", "εμφανιζόμενο σύμπτωμα presenting symptom ", "ιατροτροπικό σύμπτωμα iatrotropic symptom ", ή "εμφανιζόμενη δυσφορία presenting complaint " χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την αρχική ανησυχία που φέρνει έναν ασθενή στον γιατρό.

Στο θέμα του προβαδίσματος της μιας ή της άλλης συνιστώσας, προκρίνεται η υπεροχή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθώς η απάντηση στο ερώτημα, τι πρέπει να αποδειχθεί, διαλευκαίνει και το ερώτημα, ποιος πρέπει να αποδείξει[25].

Η προαναφερόμενη αντίληψη οδήγησε μερίδα της θεωρίας να αμφισβητήσει την αυτονομία του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, και να το θεωρήσει ως μια εξαρτώμενη από το αντικειμενικό βάρος συνέπεια[26].

Придется искать другой выход. Они прошли следующую комнату, затем вторую, третью; все оказались темными и пустыми. Передвигаясь по незнакомой территории, люди потеряли чувство направления.

Η θέση αυτή δεν κατόρθωσε όμως να παγιωθεί[27]. Γενικότερα, γίνεται δεκτό, ότι το αντικειμενικό βάρος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο από την αρχή έως το τέλος της δίκηςπαρά το γεγονός ότι κάνει ιδιαίτερα αισθητή Ζήστε αδύνατο αδυνάτισμα παρουσία του στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας[28].

Στην κρατούσα γνώμη αντιτάσσεται μια σχετικά πρόσφατη άποψη, που αμφισβητεί την πρακτική σπουδαιότητα της διάκρισης.

λίπος καίγονται tbi απώλεια βάρους

Ειδικότερα, θεωρείται προβληματική η διάκριση υποκειμενικού και αντικειμενικού βάρους, από τη στιγμή που και τα δύο είναι ταυτόσημα, τόσο ως προς τον φορέα, όσο και ως προς την έννομη συνέπεια[29].

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξης αποτελούν στοιχεία ενός αδιάσπαστου κανόνα, όπου το υποκειμενικό εξομοιώνεται προς το πραγματικό, και το αντικειμενικό προς την έννομη συνέπεια[30].

Την ενιαία αντίληψη προωθεί - πάντα σύμφωνα με αυτή τη γνώμη - και η διάταξη του άρθρου § 1 ΚΠολΔ[31]. Ισχύς της διάκρισης στο ανακριτικό σύστημα Γίνεται δεκτό ότι η παραπάνω διάκριση βρίσκει εφαρμογή μόνο στις διαφορές όπου κρατεί η αρχή διάθεσης και συζήτησης.

Αντίθετα, εκεί που δεσπόζει το ανακριτικό σύστημα, παύει να υφίσταται και υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εφόσον δεν θεσπίζεται από το νόμο καθήκον προσκόμισης αποδεικτικού υλικού από τους διαδίκους[32].

Στην προαναφερόμενη άποψη προσχωρεί και η μειοψηφούσα γνώμη, που αποδοκιμάζει την παραδοσιακή διάκριση στις δίκες όπου κρατεί η αρχή της συζήτησης, με μια επιφύλαξη: Η επισήμανση της κρατούσας αντίληψης, σύμφωνα με την οποία, δε μπορεί να γίνει λόγος για υποκειμενικό βάρος απόδειξης σε δίκες που διέπονται από την ανακριτική αρχή, δεν περιάγει σε μειονεκτική θέση τον διάδικο που δεν κατάφερε ή δεν θέλησε να αποδείξει, αλλά εξαναγκάζει απλώς τον δικαστή σε δραστηριοποίηση, απώλεια βάρους ptsd να αποφευχθεί το non liquet[33].

Νομική φύση του βάρους απόδειξης 1. Βάρος ή υποχρέωση απόδειξης; Τη θεωρία απασχόλησε η ακριβής νομική φύση της ερευνώμενης έννοιας. Είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική πως η προβληματική περιορίζεται στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εφόσον έχει ήδη καταστεί σαφές, και γίνεται πλέον απόλυτα δεκτό[34], ότι το αντικειμενικό βάρος δε εξαρτάται από καμμία ενέργεια των διαδίκων.

Από μόνος του ο όρος προϊδεάζει. Γίνεται λόγος για "βάρος[35]". Οχι για ενοχή, ούτε για νομική υποχρέωση[36]. Eντούτοις, το άρθρο § 1 ΚΠολΔ, ορίζει ότι ο διάδικος οφείλει - υποχρεούται, σύμφωνα με το πρωτότυπο - να αποδείξει. Οι ανακύπτουσες αμφιβολίες διασκεδάζονται, αν ληφθεί υπόψη, ότι το κείμενο του νόμου δε θεσπίζει αντίστοιχο δικαίωμα στην υποτιθέμενη υποχρέωση[37].

Επιπρόσθετα, χρήσιμη είναι και η γραμματική ανάλυση του κανόνα. Η διάταξη περιέχει δύο προτάσεις: Μία κύρια Κάθε διάδικος Η προτροπή του δικονομικού νομοθέτη στην κύρια πρόταση είναι άμεσα συνυφασμένη με τον σκοπό της δευτερεύουσας πρότασης, την υποστήριξη δηλαδή της αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου. Πως είναι οπότε νοητό, εντός των ορίων του συζητητικού συστήματος, να εξαναγκαστεί κάποιος διάδικος στην απόδειξη των κρίσιμων ισχυρισμών, από τη στιγμή που δεν παραβλάπτει κανένα από τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου, παρά μόνο τα δικά του; Εξάλλου, και από θεωρητικής πλευράς έχει πλέον αποσαφηνιστεί η διάκριση μεταξύ βάρους και υποχρέωσης, και γίνεται δεκτή η συνδρομή του πρώτου, όπου ο νόμος επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να αποδοκιμάζει όμως ταυτόχρονα την αδράνεια του διαδίκου[38].

Με τη λογική αυτή, το βάρος απόδειξης δε μπορεί να νοηθεί ως νομική υποχρέωση του διαδίκου, παράλειψη της οποίας θα επέτρεπε έγερση αγωγής σε βάρος του. Αντίθετα, θεωρείται ως απόρροια του φυσικού συμφέροντος των διαδίκων, για νικηφόρα έκβαση της διαφοράς, ως μια εκ των ουκ άνευ πρακτική αναγκαιότητα για την αποφυγή της ήττας[39].

Από την παράλειψή του διαδίκου άρα, μία είναι η έννομη συνέπεια που επέρχεται: Η απώλεια της δίκης[40], και μάλιστα ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του αντιδίκου, από το αν δηλαδή προσκόμισε ή όχι, ανταποδεικτικά, είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική πραγματικά περιστατικά που αντιτίθενται στο αγωγικό αίτημα[41]. Και αυτό όμως είναι αρκούντως οδυνηρό για τον διάδικο. Υπαγωγή στο ουσιαστικό ή το δικονομικό δίκαιο; Μεγάλη είναι η διαμάχη μεταξύ αστικολόγων και δικονομολόγων, ως προς την υπαγωγή του βάρους απόδειξης στον ένα ή τον άλλο δικαιικό κλάδο, διαμάχη που δε στερείται πρακτικής σπουδαιότητας, ειδικά στο πεδίο της κατανομής.

Επικρατεί η άποψη, ότι οι κανόνες του βάρους απόδειξης πρέπει να ενταχθούν στο δικονομικό δίκαιο, από τη στιγμή που ο δικονομικός νομοθέτης επέλεξε τόσο στην ΠολΔικ άρθροόσο και στον ΚΠολΔ άρθρο την υπαγωγή του στο δίκαιο και τους σκοπούς της απόδειξης[42]. Tην ίδια θέση δέχεται και η γνώμη που παραπέμπει στο άρθρο αρ. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται η υπαγωγή των κανόνων στο ουσιαστικό δίκαιο, επειδή τα πραγματικά περιστατικά που καλούνται να αποδείξουν οι διάδικοι, μπορούν να καθοριστούν από το ουσιαστικό - ιδίως από το αστικό - δίκαιο[45].

Eπικρατέστερη στην Ελλάδα είναι η σολομώντεια λύση, που κατατάσσει τους κανόνες βάρους απόδειξης εν μέρει στο δικονομικό και εν μέρει στο ουσιαστικό δίκαιο[46]. Στη Γερμανία κυριαρχεί η θέση που διατύπωσε ο Rosenberg, εντάσσοντας τους κανόνες βάρους απόδειξης στον ίδιο δικαιικό κλάδο με τον κανόνα δικαίου, του οποίου οι προϋποθέσεις οφείλουν να θεμελιώσουν τα επίδικα πραγματικά περιστατικά[47].

Μια τέταρτη άποψη αρνείται συνειδητά να πάρει θέση, αποδίδει και στις δύο αρχικές τοποθετήσεις λογικά ερείσματα, αλλά θεωρεί την διαδικασία επιλογής μόνο τότε πρακτικά αναγκαία, όταν αυτή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επερχόμενη έννομη συνέπεια, με άλλα λόγια, όταν η επερχόμενη συνέπεια διαφοροποιείται, ανάλογα με την υπαγωγή των κανόνων στο δικονομικό ή το ουσιαστικό δίκαιο.

Ως κριτήριο επιλογής προκρίνεται τότε η επισταμένη έρευνα της έννοιας και του σκοπού του κρίσιμου κανόνα δικαίου, η προσεκτική δηλαδή αναζήτηση της ratio legis, για την είναι η απώλεια βάρους υποκειμενική ή αντικειμενική επίλυση της διαφοράς[48].

Εντάσσοντας το βάρος απόδειξης στο ουσιαστικό δίκαιο, δεχόμαστε εφαρμογή αλλοδαπών διατάξεων σε περίπτωση διαφοράς με στοιχεία αλλοδαπότητας[49].

απώλεια βάρους troy dunn

Παράλληλα, η επιλογή βαρύνει και στα πλαίσια του δικαίου της αναίρεσης[50]. Βάρος απόδειξης και παρεμφερείς δικαιικοί θεσμοί Στις παρυφές του βάρους απόδειξης βρίσκονται δικαιικά σχήματα, η παράθεση των οποίων καθίσταται απαραίτητη για τον σαφή προσδιορισμό της λειτουργίας και της αποστολής που καλείται αυτό να επιτελέσει στη δίκη.

Ο λόγος για το βάρος επίκλησης, την εκτίμηση των αποδείξεων, το μέτρο απόδειξης και την εκ πρώτης όψης απόδειξη. Βάρος απόδειξης και βάρος επίκλησης[51]. Λογικό προστάδιο του βάρους απόδειξης αποτελεί το βάρος επίκλησης[52].

  1. Она сидела в кресле-каталке, разглядывала Носитель и размышляла обо всем увиденном за последние часы.

  2. Αδυναμία - Έλεγχος συμπτωμάτων για εσάς & την οικογένειά σας
  3. Bentonite αποτελέσματα απώλειας βάρους πηλού
  4. Теперь они находились на противоположной от входа стороне второго поселения, где присутствие людей почти не ощущалось.

  5. Να χάσετε βάρος την καλύτερη εκδίκηση
  6. Χάνουν το ανώτερο σωματικό λίπος στο σπίτι

Εδώ ο διάδικος καλείται να προβάλει στο δικαστήριο όλους τους απαραίτητους πραγματικούς ισχυρισμούς, και όχι αξιολογικές κρίσεις[53], για να υποστηρίξει το αίτημά του[54]. Πρόκειται για δικονομικό βάρος και όχι για υποχρέωση του διαδίκου[55], το οποίο εξαιτίας της στενής του σύνδεσης με το συζητητικό σύστημα[56], δεν εμφανίζεται σε δίκες όπου κυριαρχεί η ανακριτική αρχή[57]. Διακρίνεται από το βάρος απόδειξης σε επιμέρους σημεία.

Μενού πλοήγησης

Η πρώτη διαφορά έγκειται στο βαθμό επίτευξης τους. Είναι σίγουρα πολύ ευκολότερο για τον διάδικο να επικαλεστεί κάποια πραγματικά περιστατικά, από το να κληθεί να τα αποδείξει[58].

Επίσης, ενώ στην περίπτωση που ο διάδικος δεν ανταποκρίνεται στο βάρος απόδειξης, έχουμε απόρριψη λόγω ουσιαστικής αβασιμότητας, σε αντίστοιχη κατάσταση ως προς το βάρος επίκλησης, έχουμε απόρριψη λόγω νομικής αβασιμότητας[59] ή και αοριστίας[60]. Οπως και το βάρος απόδειξης, έτσι και το βάρος επίκλησης επιμερίζεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό[61]. Το προβάδισμα δίδεται όμως κατά κρατούσα γνώμη στη δεύτερη συνιστώσα[62].

Πάντως, παρά τις δευτερεύουσες διαφορές τους, βάρος επίκλησης και απόδειξης επιρρίπτονται συνήθως στον ίδιο διάδικο[63]. Bάρος απόδειξης και εκτίμηση των αποδείξεων Θεωρητικά η διάκριση δεν θα έπρεπε να προξενεί δυσχέρειες. Το βάρος απόδειξης ρυθμίζεται στο άρθρο ΚΠολΔ, και προϋποθέτει αδυναμία εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, ενώ η ελεύθερη εκτίμηση προβλέπεται στο άρθρο ΚΠολΔ, και καθορίζει τη μέθοδο με την οποία ο δικαστής προβαίνει στην εκτίμηση των πραγματικών ισχυρισμών.

Οι παραπάνω θεσμοί αποτελούν δύο διαφορετικές στιγμές στη δικανική επεξεργασία.

Πίνακας περιεχομένων

Η ελεύθερη εκτίμηση προηγείται του βάρους απόδειξης[64]. Οι διάδικοι καλούνται αρχικά να επικαλεστούν βάρος επίκλησης και να αποδείξουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα τους, για να αποφύγουν τις δυσμενείς έννομες συνέπειες της απώλειας της δίκης λόγω της αδράνειάς τους υποκειμενικό βάρος απόδειξης. Στη συνέχεια, ο δικαστής συγκεντρώνει, σταχυολογεί και εκτιμά το υλικό που προέκυψε ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων.

Αν το υλικό που έχει στη διάθεσή του, δεν του εξασφαλίζει ασφαλή δικαιική κρίση, οδηγούμαστε σε non liquet αντικειμενικό βάρος απόδειξης.

  • Κώστας Ε. Μπέης
  • Если я правильно понимаю тебя, - перебил ее Орел, - ты хочешь сказать, что мы разделяем группы на основании каких-то достоинств.

  • С помощью сушильных и стиральных машин, которые они видели в Новом Эдеме, инопланетяне, спешно организовавшие Гранд-отель, устроили возле кафетерия прачечную самообслуживания.

Από τις παραπάνω επισημάνσεις γίνεται αντιληπτό, ότι βάρος απόδειξης και εκτίμηση των αποδείξεων δεν έρχονται σε επαφή, καθώς αναφέρονται σε διαφορετικά στάδια του δικανικού φαινομένου[65].

Αυτό παραπέρα συνεπάγεται, πως το ένα δεν επικαλύπτει το άλλο[66]. Ιδιαίτερα δε μπορεί να γίνει δεκτή η θέση που οδηγεί στην εκτόπιση του βάρους απόδειξης από την εκτίμηση των αποδείξεων[67].

Είναι όμως δυνατό, η κατανομή του βάρους απόδειξης να επηρεάζει την εκτίμηση των αποδείξεων[68].